Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pestilentiel στα ελληνικά
pestilentiel
λέγεται
πεστιλανσιέλ
.
pestilentiel
σημαίνει στα ελληνικά
δυσώδης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
