Εφαρμογή του

pilier στα ελληνικά
pilier
λέγεται
πιλιέ
.
pilier
σημαίνει στα ελληνικά
στύλος / στήριγμα / κολόνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pilier : συνταξιοδοτικός πυλώνας
- pilier / piédroit : βάθρο / αντιτείχισμα
- pilier / colonne : στήλη
- pile / pilier : κίων / στήλη
- lime pilier : λίμα γωνιών / λίμα σωλήνων
- interpiliers / transpiliers : διαπυλωνικός
- base du bridge / pilier du bridge : στήριγμα γέφυρας
- pilier externe : έξω στύλος
- pilier européen : ευρωπαϊκός πυλώνας' ευρωπαϊκό σκέλος
- troisième pilier : τρίτος πυλώνας
Subscribe
0 Comments