Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pisciculture στα ελληνικά
pisciculture
λέγεται
πισικυλτύρ
.
pisciculture
σημαίνει στα ελληνικά
ιχθυοτροφία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pisciculture / élevage piscicole : ιχθυοτροφία / ιχθυοκαλλιέργεια
- pisciculture : ιχθυοπαραγωγή
- exploitation piscicole / établissement de pisciculture : εκμετάλλευση / ιχθυοτροφείο
- bac de pisciculture / auge de pisciculture : δεξαμενή επώασης
- pisciculture côtière / pisciculture littorale : παράκτια ιχθυοκαλλιέργεια
- pisciculture extensive : εκτατική ιχθυοκαλλιέργεια
- pisciculture en étangs : ιχθυοκαλλιέργεια σε λεκάνες
- pisciculture commerciale : εμπορική ιχθυοκαλλιέργεια
- station de pisciculture : ιχθυοτροφικός σταθμός
- pisciculture en eau tiède : ιχθυοκαλλιέργεια σε θερμά νερά
Subscribe
0 Comments


