Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

placard στα ελληνικά
placard
λέγεται
πλακάρ
.
placard
σημαίνει στα ελληνικά
ντουλάπι / ντουλάπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- placard : σελίδα τυπογραφική για διόρθωση
- placard : δοκίμιο για διόρθωση
- placard : κτιστό ντουλάπι
- placard(B) / fourrure(B) : πυρίμαχο μπλόκ για μπάλωμα φούρνου
- placage(F) / mise des placards(B) : μπάλωμα με πλάκες πυριμάχων
- première épreuve / épreuve en placards : πρόχειρη απόδειξη
- établir un placard : σελιδοποιώ
- placard de hauteur d'étage : ψηλό ερμάρι / ψηλό ντουλάπι
- les placards publicitaires : διαφημιστικά πανώ
- kératodermie érythémateuse en placards disséminés : ερυθηματώδης κερατοδερμία κατά διάχυτες πλάκες
Subscribe
0 Comments


