Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

plomb στα ελληνικά
plomb
λέγεται
πλον
.
plomb
σημαίνει στα ελληνικά
μολύβι / σκάγια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- plomb / MUL : Μόλυβδος / μόλυβδος
- plomb / scellé : σφράγιση / μολυβδοσφραγίδα
- plomb / fil fusible : ασφάλεια τηκομένου σύρματος
- plomb : μολύβι / μολυβίθρα
- plomb / stéreotype : στερεοτυπία / τυπογραφική πλάκα για την εκτύπωση εικόνων
- plomb / lingot : μολύβι / πλίνθωμα
- GEIPZ / groupe d'étude international du plomb et du zinc : ΔΟΜΜΨ / διεθνής οµάδα μελετών για το μόλυβδο και τον ψευδάργυρο
- Pb304 / minium : Pb3O4 / μίνιο
- PbCO3 / carbonate de plomb : PbCO3 / ανθρακικός μόλυβδος
- PbSO4 / sulfate neutre de plomb : ουδέτερο θειικό του μολύβδου
Subscribe
0 Comments


