Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

plomberie στα ελληνικά
plomberie
λέγεται
πλονμπρί
.
plomberie
σημαίνει στα ελληνικά
υδραυλικά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- plomberie (bâtiment : εξαρτήματα/σύνδεσμοι
- plomberie, chauffage et sanitaires : υδραυλικά υλικά, υλικά θερμαντικών εγκαταστάσεων και είδη υγιεινής
Subscribe
0 Comments


