Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

poulailler στα ελληνικά
poulailler
λέγεται
πουλαγέ
.
poulailler
σημαίνει στα ελληνικά
κοτέτσι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- poulailler / bâtiment avicole : ορνιθώνας
- poulailler froid : πτηνοτροφείο χωρίς θέρμανση
- grand poulailler : μεγάλο πτηνοτροφείο
- poulailler de ponte : πτηνοτροφείο αυγοπαραγωγής
- poulailler de ponte : ωοπαραγωγικός ορνιθώνας
- poulailler d'élevage : ορνιθώνας εκτροφής
- élevage en poulailler : εκτροφή των νεοσσών σε ορνιθώνα
- poulailler à batteries : ορνιθώνας με συστοιχίες κλωβών
- poulailler standardisé : τυποποιημένα πτηνοτροφείο
Subscribe
0 Comments


