Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pourrir στα ελληνικά
pourrir
λέγεται
πουρίρ
.
pourrir
σημαίνει στα ελληνικά
σαπίζω / χαλάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pourrir / vermouler : σαπίζω / αποσυντίθεμαι
- tripoli / roche pourrie : τριπολιανή
- pourri : σάπιος / σαπισμένος
- bois pourri : σάπιο ξύλο
- pot-pourri : ανάλεκτα
- gout de bock / gout d'oeufs pourris : γεύση κλούβιου αυγού / γεύση χαλασμένου αυγού
- noeud pourri : σαπισμένος ρόζος
- actif toxique / actif compromis : τοξικό στοιχείο του ενεργητικού (Preferred) / τοξικό περιουσιακό στοιχείο
- pourri noble / pourriture noble : ευγενής σήψη
- goût de bock / goût d'oeufs pourris : δυσοσμία / οσμή σάπιου αυγού
Subscribe
0 Comments


