Εφαρμογή του

poussin στα ελληνικά
poussin
λέγεται
πουσέν
.
poussin
σημαίνει στα ελληνικά
κλωσοπούλι / νεοσσός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- poussin / coquelet : νεοσσός / πετεινάρι
- poussin : νεοσσός / κλωσσόπουλο
- éleveuse / éleveuse de poussins : επωαστική μηχανή / επωαστική μηχανή νεοσσών
- pullorose / diarrhée blanche du poussin : τύφος των ορνίθων / λευκή διάρροια των ορνίθων
- râle poussin / marouette poussin : μικροπουλάδα
- poussin mâle : άρρην νεοσσός / αρσενικό κοτοπουλάκι
- poussin sexé : νεοσσός προσδιορισμένου φύλλου
- poussin éclos : εκκολαπτόμενος νεοσσός
- garde poussins / protège poussins : προστατευτικό νεοσσών
- poussins éclos : εκκολαφθείς νεοσσός
Subscribe
0 Comments