Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prisme στα ελληνικά
prisme
λέγεται
πρισμ
.
prisme
σημαίνει στα ελληνικά
πρίσμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- prisme : πρίσμα
- prisme / pavé à prisme : πρίσμα
- prisme : πρίσμα,ρελασκόπιον
- nicol / prisme de Nicol : πρίσμα του Νίκολ
- coin / prisme,drièdre : ηχοαπορροφητικά πολύεδρα
- pentagonal / prisme pentagonal : πεντάπρισμα
- prisme monté : συναρμολογημένο πρίσμα
- prismaticité / angle des faces : πρισματική εμφάνιση
- coin rotatif / prisme tournant : περιστρεφόμενο πρίσμα
Subscribe
0 Comments


