Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

privilégier στα ελληνικά
privilégier
λέγεται
πριβιλεζιέ
.
privilégier
σημαίνει στα ελληνικά
ευνοώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- part ordinaire / part privilégiée : μερίδιο πρώτης εξασφάλισης
- prêt favorable / prêt concessionnel : δάνειο με ευνοϊκούς όρους
- prêt subalterne / prêt subordonné : εξαρτημένο δάνειο
- taux privilégié / taux préférentiel : προτιμησιακό επιτόκιο
- mode privilégié / état privilégié : προνομιακή κατάσταση
- prêt subordonné / prêt participatif : εξαρτημένο δάνειο
- poste privilégié : προνομιούχος σταθμός / προνομιούχος συνδρομητής
- créancier garanti / créancier privilégié : πιστωτής με ενέχυρο / δανειστής με ενέχυρο
- accès privilégié : προνομιακή πρόσβαση
- appel individuel / appel privilégié de la position d'opératrice : γραμμές άμεσης σηματοδοσίας προς την τηλεφωνήτρια
Subscribe
0 Comments


