Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

procuration στα ελληνικά
procuration
λέγεται
προκυρασιόν
.
procuration
σημαίνει στα ελληνικά
εξουσιοδότηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pouvoir / procuration : χορήγηση πληρεξουσιότητας
- pouvoir / procuration : πληρεξούσιο / εξουσιοδότηση
- vote par procuration : ψηφοφορία δια πληρεξουσίου
- mariage sans comparution personnelle / mariage par procuration (Obsolete) : γάμος δια αντιπροσώπου / γάμος χωρίς αυτοπρόσωπη εμφάνιση
- valeur à l'encaissement / endossement de procuration : οπισθογράφηση "μόνο για είσπραξη"
- procuration pour l'assemblée générale : εξουσιοδότηση
Subscribe
0 Comments


