Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prohibé στα ελληνικά
prohibé
λέγεται
προιμπέ
.
prohibé
σημαίνει στα ελληνικά
απαγορευμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arme prohibée : απαγορευμένο όπλο
- article prohibé : απαγορευμένο αντικείμενο
- articles prohibés / objets interdits : απαγορευμένα αντικείμενα
- articles prohibés : απαγορευμένα αντικείμενα
- munitions prohibées : απαγορευμένα πυρομαχικά
- publication de pratiques prohibées : δημοσίευση απαγορευμένων πρακτικών
- arme prohibée pour les personnes privées : όπλο απαγορευμένο στους ιδιώτες
Subscribe
0 Comments


