Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

propre στα ελληνικά
propre
λέγεται
προπρ
.
propre
σημαίνει στα ελληνικά
καθαρός / ίδιος / κυριολεκτικός / nom propre κύριο όνομα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- propre : καθαρός
- propre / écophile : φιλικός προς το περιβάλλον
- réserve contracyclique (Preferred) / tampon : αντικυκλικά αποθέματα ασφαλείας
- CARNOT / programme Carnot : CARNOT / πολυετές πρόγραμμα τεχνολογικών δράσεων για την προώθηση της αντιρρυπαντικής και αποδοτικής χρησιμοποίησης των στερεών καυσίμων
- CARNOT / programme Carnot : CARNOT / πολυετές πρόγραμμα τεχνολογικών δράσεων για την προώθηση της αντιρρυπαντικής και αποδοτικής χρησιμοποίησης των στερεών καυσίμων' πρόγραμμα CARNOT
- badin / anémomètre : Ενδείκτης ταχύτητας αέρα / ενδείκτης ταχύτητας αέρα
- CCRP / Comité consultatif des ressources propres : Συμβουλευτική επιτροπή των ιδίων πόρων
- SSRS / énoncé des impératifs de sécurité propres à un système : SSRS / δήλωση απαιτήσεων ασφαλείας ανταποκρινόµενων στο ιδιαίτερο σύστηµα
Subscribe
0 Comments


