Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prospection στα ελληνικά
prospection
λέγεται
προσπεξιόν
.
prospection
σημαίνει στα ελληνικά
διερεύνηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- prospection : προκαταρκτικές έρευνες
- forage marin / forage en mer : υποθαλάσσια γεώτρηση
- vente directe / prospection directe : απευθείας συναλλαγή
- étude de marché / recherche du marché : έρευνα της αγοράς / μελέτη της αγοράς
- méthode magnétique / prospection magnétique : γεωμαγνητική μέθοδος
- prospection sismique active / sismologie active : ενεργός σεισμογραφία
- permis de recherche / permis de prospection : άδεια έρευνας / άδεια εξερεύνησης
- plan de prospection : ερευνητικό πεδίο
- coûts de prospection : δαπάνες αναζήτησης
- prospection aérienne / prospection aéroportée : μέθοδος έρευνας απó αέρος / μέθοδος αναζήτησης απó αέρος
Subscribe
0 Comments


