Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

prouver στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
prouver
λέγεται
προυβέ
.
prouver
σημαίνει στα ελληνικά
αποδείχνω / δείχνω / φανερώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • droit acquis / droit prouvé : κεκτημένο δικαίωμα
  • fait à prouver : θέμα αποδείξεως
  • ressource prouvée : βέβαια αποθέματα
  • articuler les faits à prouver : καθορίζω τα θέματα αποδείξεως
  • prouver l'enregistrement antérieur : απόδειξη της προγενέστερης καταχώρησης
  • EN CAS d’exposition prouvée ou suspectée: / MUL : ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ έκθεσης ή πιθανής έκθεσης:
  • ordonnance articulant les faits à prouver : διάταξη που καθορίζει τα θέματα αποδείξεως
  • prouver le lien de parenté au moyen du test ADN : αποδεικνύω την οικογενειακή μου συγγένεια μέσω ενός τεστ DNA
  • EN CAS d’exposition prouvée ou suspectée: consulter un médecin. / MUL : ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ έκθεσης ή πιθανότητας έκθεσης: Συμβουλευθείτε / Επισκεφθείτε γιατρό.

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments