Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prunelle στα ελληνικά
prunelle
λέγεται
πρυνέλ
.
prunelle
σημαίνει στα ελληνικά
κόρη (ματιού)
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- prunelle : δαμάσκηνο / αγριοδαμάσκηνο
- prunelle : αγριοκορόμηλο / αγριοδαμάσκηνο
- prunelle : καρπός τσαπουρνιάς, τσάπουρνο
Subscribe
0 Comments


