Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

puéril στα ελληνικά
puéril
λέγεται
πυερίλ
.
puéril
σημαίνει στα ελληνικά
παιδαριώδης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- respiration puérile : επίτασις της αναπνοής / επίτασις του αναπνευστικού ψιθυρίσματος
Subscribe
0 Comments


