Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

queue στα ελληνικά
queue
λέγεται
κε
.
queue
σημαίνει στα ελληνικά
ουρά / στέκα / κοτσάνι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- queue / queue poly A : πολυ-Α καταληκτική ακολουθία
- queue : ουρά
- queue : ρίζα ουράς πτηνών
- queue / entraîneur : στέλεχος συγκράτησης
- queue : στέλεχος συγκράτησης τρυπανιού
- queue : ουρά / ίχνος
- veine / queue de vache : λωρίδα
- saurel / chinchard à queue jaune : HMM / σαυρίδι
- amorce / amorce de fin : οδηγός / δείκτης πέρατος
Subscribe
0 Comments


