Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

quille στα ελληνικά
quille
λέγεται
κιγ
.
quille
σημαίνει στα ελληνικά
καρίνα / κορίνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- quille : κορύνη
- quille / arête ventrale : κοιλιακό κάθετο πτερύγιο αεροσκάφους
- quille : τρόπιδα / καρίνα(κν.)
- quille : καρίνα, τρόπις
- KG / hauteur du centre de gravité au-dessus de la quille : KG / ύψος του κέντρου βάρους άνωθεν της τρόπιδος
- acculement / angle de quille : ανύψωση πυθμένα / ανύψωση κυρτού γάστρας
- tôle quille / quille plate : επίπεδη τρόπιδα / επίπεδη καρίνα(κν.)
- talon cubain / talon quille : κουβανέζικο τακούνι
- fausse quille : ψευδοτρόπις / κόντρακαρένα
- fausse quille : ψευδοτρόπιδα
Subscribe
0 Comments


