Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

radio στα ελληνικά
radio
λέγεται
ραντιό
.
radio
σημαίνει στα ελληνικά
ράδιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- radio : ράδιο- / ραδιοκυματικός
- radio : ασύρματος / ραδιόφωνο
- identification par radiofréquence (Preferred) / radio-identification : RFID / ραδιοσυχνική αναγνώριση
- TETRA / radio terrestre de communication interurbaine : TETRA / επίγεια ζευκτικοποιημένη ραδιοεπικοινωνία
- GPRS / général Packet Radio System : GPRS
- RIPA / radio-immunoprécipitation : ραδιοανοσοκατακρήμνιση
- RAST / technique du RAST : δοκιμασία RAST
- casque / casque radio : ακουστικά / σύστημα κεφαλής
- URSI / Union radio-scientifique internationale : URSI / Διεθνής Pαδιο-Eπιστημονική Ένωση
- SRC / STC : CES
Subscribe
0 Comments


