Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ramification στα ελληνικά
ramification
λέγεται
ραμιφικασιόν
.
ramification
σημαίνει στα ελληνικά
διακλάδωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ramification : κλαδοφυΐα / διακλάδωσις
- ramification : διακλάδωση
- ramification latérale : πλευρική διακλάδωση
- ramification de câblage : διακλάδωση καλωδίωσης
- ramification bronchique : βρογχική διακλάδωση
- circuit à ramifications multiples : διακλαδούμενο σύστημα / σύστημα με πολλούς κλάδους
- résonateur à ramification latérale : αντηχείο πλευρικής διακλάδωσης
- test des ramifications du programme : διακλαδωσικές δοκιμές
- analyse des ramifications du programme : διακλαδιστική ανάλυση
- couverture des ramifications du programme : κάλυψη αποφάσεων
Subscribe
0 Comments


