Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ramonage στα ελληνικά
ramonage
λέγεται
ραμονάζ
.
ramonage
σημαίνει στα ελληνικά
καθαρισμός καπνοδόχου
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ramoneur / appareil de ramonage : συσκευή καθαρισμού αιθάλης
- ramonage en charge : εσωτερική διέλευση εμβόλου εν λειτουργία
- appareil de ramonage : συσκευή καθαρισμού αιθάλης
Subscribe
0 Comments


