Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rasseoir στα ελληνικά
rasseoir
λέγεται
ρασουάρ
.
rasseoir
σημαίνει στα ελληνικά
ξανακαθίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rassis : ήρεμος
- pain rassis : μπαγιάτικο ψωμί
Subscribe
0 Comments


