Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ratifier στα ελληνικά
ratifier
λέγεται
ρατιφιέ
.
ratifier
σημαίνει στα ελληνικά
επικυρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- être ratifié : επικυρώνομαι
- le présent Traité sera ratifié par les Hautes Parties Contractantes : η παρούσα συνθήκη θα κυρωθεί από τα Yψηλά Συμβαλλόμενα Mέρη
- Recueil des conventions et des accords signés et ratifiés par la Finlande : Σειρά Διεθνών Συνθηκών και Συμφωνιών της Συλλογής Φινλανδικής Νομοθεσίας
Subscribe
0 Comments


