Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rationnel στα ελληνικά
rationnel
λέγεται
ρασιονέλ
.
rationnel
σημαίνει στα ελληνικά
ορθολογικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rationnel : έλλογος / ορθολογικός
- déformation / allongement véritable : λόγος παραμόρφωσης / λογαριθμική παραμόρφωση
- JOULE / Energies non nucléaires et utilisation rationnelle de l'énergie : μη πυρηνικές πηγές ενέργειας και ορθολογική χρησιμοποίηση της ενέργειας
- SIURE / Système d'Incitation à l'Utilisation Rationnelle de l'Energie : καθεστώς ενισχύσεων υπέρ της ορθολογικής χρήσης της ενέργειας
- URE / utilisation rationnelle de l'énergie : ορθολογική χρήση της ενέργειας
- Amérique Latine - Utilisation optimale des ressources énergétiques / programme ALURE : Λατινική Αμερική - Βέλτιστη χρησιμοποίηση των ενεργειακών πόρων / πρόγραμμα ALURE
- URE / utilisation rationnelle de l'énergie : ορθολογική χρησιμοποίηση της ενέργειας
- choix rationnel : ορθολογική επιλογή
- horizon rationnel : αληθής ορίζων
Subscribe
0 Comments


