Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

recouvrer στα ελληνικά
recouvrer
λέγεται
ρεκουβρέ
.
recouvrer
σημαίνει στα ελληνικά
ανακτώ / εισπράττω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dette en cours / dette exigible : ισχύον χρέος / εισπρακτέο χρέος
- clé recouvrée : ανακτηθέν κλειδί / ανακτημένο κλειδί
- fonds en route / moyen de paiement flottant : επιταγές και λοιπά αξιόγραφα στη διαδικασία της είσπραξης
- gène recouvrant : επικαλυπτικό γονίδιο
- prime recouvrée : "πριμ" εισπραχθέν / εισπραχθέν ασφάλιστρο
- membrana tectoria / membrane de Corti : μεμβράνη Corti
- alaise recouvrante : ταινία επικάλυψης άκρων σανίδας
- virure recouvrante / virure de clin extérieur : εξωτερική σειρά επηγκενίδων,μαδεριών ή ελασμάτων
- valeur à recouvrer : αξία προς είσπραξη
- droits à recouvrer : είσπραξη εσόδων / προς είσπραξη δικαιώματα
Subscribe
0 Comments


