Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

récréation στα ελληνικά
récréation
λέγεται
ρεκρεασιόν
.
récréation
σημαίνει στα ελληνικά
διάλειμμα / ψυχαγωγία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- récréation : αναψυχή/διάλειμμα
- récréation : διάλειμμα
- pause / repos : παύση / διάλειμμα
- zone de repos / zone de détente : περιοχή αναψυχής
- cantine / salle de récréation : καντίνα
- aire récréative / paysage de loisir : περιοχή αναψυχής / περιοχή ψυχαγωγίας
- centre récréatif / centre de détente : κέντρο αναψυχής
- aire de récréation / espace de récréation : χώρος αναψυχής
- zone de résidence d'été / zone de récréation et de séjour : περιοχή θερινών κατοικιών
- récréation près des localités : ψυχαγωγία κοντά στις πόλεις
Subscribe
0 Comments


