Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

recruter στα ελληνικά
recruter
λέγεται
ρεκρυτέ
.
recruter
σημαίνει στα ελληνικά
στρατολογώ / προσλαμβάνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- salarié du public / agent recruté dans un service public avec une relation de droit privé : μισθωτός δημοσίου / υπάλληλος επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου
- chaque institution recrute le personnel nécessaire : κάθε όργανο προσλαμβάνει το αναγκαίο προσωπικό
- instructeurs recrutés parmi les travailleurs particulièrement qualifiés : εκπαιδευτές που έχουν εκλεγεί μεταξύ των ιδιαιτέρως ειδικευμένων εργαζομένων
Subscribe
0 Comments


