Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réhabiliter στα ελληνικά
réhabiliter
λέγεται
ρεαμπιλιτέ
.
réhabiliter
σημαίνει στα ελληνικά
αποκαταστώ / αναπλάθω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- réhabiliter : επανορθώνω
- projets de conservation dans les villes et les villages visant à réhabiliter, selon une approche intégrée, le monument et ses abords dans l'espace public qui l'entoure : σχέδια διατήρησης στις πόλεις και τα χωριά που στοχεύουν στην αποκατάσταση και επανένταξη, σύμφωνα με μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, του μνημείου και του γύρω χώρου του στον περιβάλλοντα ευρύτερο δημόσιο χώρο
Subscribe
0 Comments


