Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

relancer στα ελληνικά
relancer
λέγεται
ρελανσέ
.
relancer
σημαίνει στα ελληνικά
ανακάμπτω / ανακινώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- relance : Περιτυλίγω
- suite / rappel : επανάληψη
- reflation / relance financière : αναθέρμανση της οικονομίας
- PEER / programme énergétique européen pour la relance : ΕΕΠΑ / Ευρωπαϊκό Ενεργειακό Πρόγραμμα Ανάκαμψης
- plan européen pour la relance économique (Preferred) / PREE : Eυρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας
- PRR / plan de relance et de réhabilitation : ΣΑΑ / σχέδιο αποκατάστασης και ανάκαμψης
- bague de relance / anneau de relance : Πλάκα σταθεροποίησης μετά την σχηματοδότηση
- effort budgétaire / relance budgétaire : μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης / δημοσιονομικό κίνητρο
- reprise cyclique / essor conjoncturel : οικονομική ανάκαμψη / ανάκαμψη της οικονομίας
- mesure de relance : μέτρα επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας
Subscribe
0 Comments


