Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

relever στα ελληνικά
relever
λέγεται
ρελβέ
.
relever
σημαίνει στα ελληνικά
ανασηκώνω / σηκώνω / ανεβάζω / καταγράφω / παρατηρώ / αλλάζω / νοστιμίζω / υπάγομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sondage / relevé bathymétrique : βαθυμετρία
- relevé / lecture : ανάγνωση
- relevé : δήλωση
- relevé / transfert : επείγουσα αναδίπλωση / επείγουσα αναδιανομή
- relevé / note de consommation : αντίγραφο λογαριασμού / αναγγελτικό κατανάλωσης
- plan / relevé : απεικόνιση
- Fonds ESI / Fonds structurels et d'investissement européens : ΕΔΕΤ / ταμεία ESI
- FRUEO / forces relevant de l'UEO : ΔΥΔΕΕ / δυνάμεις υπαγόμενες στην ΔΕΕ
- FRUEO / Forces relevant de l'UEO : ΔΥΔΕΕ / δυνάμεις υπαγόμενες στην Δυτικοευρωπαϊκή 'Ενωση
- congédier / remercier : απόλυση
Subscribe
0 Comments


