Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rêne στα ελληνικά
rêne
λέγεται
ρεν
.
rêne
σημαίνει στα ελληνικά
χαλινάρι / ηνία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rêne : ηνίο
- rêne / guide : ηνίο
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
