Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rétraction στα ελληνικά
rétraction
λέγεται
ρετραξιόν
.
rétraction
σημαίνει στα ελληνικά
σύσπαση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rétraction / rétrecissement : συστολή δέρματος / συρρίκνωση δέρματος
- rétraction : συστολή
- retrait / rétraction : μάζεμα / συρρίκνωση
- drapage / skin pack : θερμοσυρρικνωτική περικάλυψη
- sens de rétraction : φορά ανάσυρσης
- four de rétraction : Kλίβανος συρρίκνωσης
- vérin de rétraction : γρύλος ανάσυρσης
- doigt de rétraction : άγκιστρο ανάσυρσης
- retrait différentiel / rétraction différentielle : διαφορετική συστολή
- droit de rétractation : δικαίωμα υπαναχώρησης
Subscribe
0 Comments


