Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

revaloriser στα ελληνικά
revaloriser
λέγεται
ρεβαλοριζέ
.
revaloriser
σημαίνει στα ελληνικά
αναβαθμίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- revalorisé : με αυξημένη ικανότητα
- poste revalorisé : θέση που αναβαθμίστηκε
- partenariat revalorisé : αναβάθμιση των εταιρικών σχέσεων
- revaloriser les pensions : αναπροσαρμογή των συντάξεων
- montant transférable revalorisé : μεταφερόμενο ποσό που έχει αναπροσαρμοσθεί
Subscribe
0 Comments


