Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rhume στα ελληνικά
rhume
λέγεται
ρυμ
.
rhume
σημαίνει στα ελληνικά
συνάχι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- froid / rhume : κρυολόγημα
- coryza / rhume commun : οξεία ρινοφαρυγγίτιδα (Preferred) / κοινό κρυολόγημα
- pollinose / rhume des foins : αλλεργική ρινίτις / πυρετός από χόρτο
- rhume des foins / fièvre des foins : αλλεργική ρινίτις / πυρετός από χόρτο
Subscribe
0 Comments


