Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rivière στα ελληνικά
rivière
λέγεται
ριβιέρ
.
rivière
σημαίνει στα ελληνικά
ποτάμι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gave / torrent : χείμαρρος
- lavette / spirlin : πλατίτσα / τσιρωνάκι
- anguille / andouille : χέλι (Preferred) / καβάτσα
- hurlin / perchat : ποταμόπερκα
- cabot / bavard : βοϊδοκεφαλόψαρο
- mulette / moule de rivière : μύδι των γλυκών νερών
- cabot / bavard : καλλιώνυμος
- défluent / bifurcation de rivière : βραχίονας / διακλάδωση ποταμού
- lotte / lotte de rivière : FBU / παχύχελο
- fario / truite commune : πέστροφα
Subscribe
0 Comments


