Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rotin στα ελληνικά
rotin
λέγεται
ροτέν
.
rotin
σημαίνει στα ελληνικά
μπαμπού
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rotin / rotang : ροτέν / ινδικός κάλαμος
- rotin : ινδική κάλαμος / καλάμι του είδους rotin
- moelle / coeur de rotin : μυελός / καρδιά του ροτέν
- écorce de rotin : φλοιός του ροτέν
- osiers, roseaux, bambous, rotins, joncs, raphia : λυγαριές, κοινά καλάμια, μπαμπού, καλάμια του είδους rotin, βούρλα, ράφια
Subscribe
0 Comments


