Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

roulotte στα ελληνικά
roulotte
λέγεται
ρουλότ
.
roulotte
σημαίνει στα ελληνικά
τροχόσπιτο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- roulotte de forains : ζωήλατο όχημα γυρολόγων
Subscribe
0 Comments


