Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

roux στα ελληνικά
roux
λέγεται
ρου
.
roux
σημαίνει στα ελληνικά
κοκκινομάλλης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- roux : πυρρός / πυρρόξανθος
- \ANK / baudroie rousse : σκλεμπού / βατραχόψαρο
- charin / platelle : κοκκινοφτέρα (Preferred) / αγριοτσιρώνι
- gardon / rousse : τσιρώνι (Preferred) / ασπρίτσα
- lynx roux : αγριόγατος / λυγξ ο ερυθρός
- sucre roux : καστανή ζάχαρη / μερικώς επεξεργασμένη ζάχαρη
- panda roux / petit panda : μικρό πάντα
- bête rousse : πυρόξανθο ζώο
- anobie roux / grande vrillette : σαράκι
- cime rousse : ερυθρά κορυφή
Subscribe
0 Comments


