Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rural στα ελληνικά
rural
λέγεται
ρυράλ
.
rural
σημαίνει στα ελληνικά
αγροτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rural : αγροτικός
- IPARD / instrument de préadhésion pour le développement rural : IPARD / μέσο για προενταξιακή βοήθεια στην αγροτική ανάπτυξη
- LEADER (Obsolete) / Initiative communautaire concernant le développement rural (Obsolete) : LEADER (Obsolete) / Σύνδεση μεταξύ των ενεργειών ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας (Obsolete)
- Feader / Fonds européen agricole pour le développement rural : ΕΓΤΑΑ / Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης
- CESAR / centre européen de soutien aux activités économiques rurales : ευρωπαϊκό κέντρο στήριξης των αγροτικών οικονομικών δραστηριοτήτων
- DG AGRI / DG Agriculture et développement rural : ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης / Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης
- Sapard / programme de préadhésion pour l'agriculture et le développement rural : Sapard / ειδικό πρόγραμμα ένταξης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη
- AEFPR / Association européenne pour la formation paysanne et rurale : AEFPR / Ευρωπαϊκή ΄Ενωση για την Αγροτική Κατάρτιση
- APPRE / Association pour la promotion professionnelle des ruraux d'Envermeu : Οργανισμός για την Επαγγελματική Ανάπτυξη της Αγροτικής Περιοχής Envermeu
- CDRIA / Centre de développement rural intégré pour l'Afrique : Κέντρο Ενοποιημένης Αγροτικής Ανάπτυξης για την Αφρική
Subscribe
0 Comments


