Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

saignant στα ελληνικά
saignant
λέγεται
σενιάν
.
saignant
σημαίνει στα ελληνικά
με το αίμα / άψητο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- saignée : αφαίμαξη / αφαιμάτωση
- saignée : αβαθές αυλάκι στράγγισης
- saignée : αυλάκι / εγκοπή
- trocart / couteau creux : κοίλο μαχαίρι αποχέτευσης του αίματος
- saignée : επιφανειακό στραγγιστήριο
- saignée : αρμός κοπής
- saignée / phlébotomie : αφαίμαξη
- saignée : κορυφολόγημα
- saigner / entailler : χαράσσω
- saignée : εσωτερική καμπή του αγκώνα / πτυχή μεταξύ βραχίονα και αντιβραχίου
Subscribe
0 Comments


