Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

sans-emploi στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
sans-emploi
λέγεται
σανζανπλουά
.
sans-emploi
σημαίνει στα ελληνικά
άνεργος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • sans emploi : άνεργος
  • ménage sans emploi : νοικοκυριό με άνεργους γονείς
  • assistance chômage / assistance aux chômeurs : αρωγή προς τους ανέργους
  • croissance sans emploi / croissance sans création d'emplois : ανάκαμψη χωρίς απασχόληση
  • allocataire sans emploi : ασφαλισμένος άνεργος
  • ménage quasiment sans emploi / ménage où pratiquement personne n'occupe un emploi : οικογένεια σχεδόν ανέργων
  • approvisionnements sans emploi : αναλώσιμα υλικά
  • se trouvant sans emploi après la cessation du service : ευρισκόμενοι χωρίς εργασία μετά τη λήξη της υπηρεσίας τους

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments