Εφαρμογή του

sans-emploi στα ελληνικά
sans-emploi
λέγεται
σανζανπλουά
.
sans-emploi
σημαίνει στα ελληνικά
άνεργος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sans emploi : άνεργος
- ménage sans emploi : νοικοκυριό με άνεργους γονείς
- assistance chômage / assistance aux chômeurs : αρωγή προς τους ανέργους
- croissance sans emploi / croissance sans création d'emplois : ανάκαμψη χωρίς απασχόληση
- allocataire sans emploi : ασφαλισμένος άνεργος
- ménage quasiment sans emploi / ménage où pratiquement personne n'occupe un emploi : οικογένεια σχεδόν ανέργων
- approvisionnements sans emploi : αναλώσιμα υλικά
- se trouvant sans emploi après la cessation du service : ευρισκόμενοι χωρίς εργασία μετά τη λήξη της υπηρεσίας τους
Subscribe
0 Comments