Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sans στα ελληνικά
sans
λέγεται
σαν
.
sans
σημαίνει στα ελληνικά
χωρίς / δίχως
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ISBL / institutions sans but lucratif : ΜΚΙ / μη κερδοσκοπικά ιδρύματα
- DNEL / dose dérivée sans effet : DNEL / παράγωγο επίπεδο χωρίς επιπτώσεις
- NOEC / concentration sans effet observé : NOEC / συγκέντρωση μη παρατηρούμενης επίδρασης
- NOEL / dose sans effet observé : NOEL / επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται επιδράσεις
- PNEC / concentration prédite sans effet : PNEC / προβλεπόμενη συγκέντρωση χωρίς επιπτώσεις
- OBNL / OSBL : μη κερδοσκοπικός οργανισμός
- UCAV / drone de combat : UCAV / μη επανδρωμένο μαχητικό αεροσκάφος
- CCAC / convention sur les armes classiques : Σύμβαση για την απαγόρευση ή περιορισμό χρήσης ορισμένων συμβατικών όπλων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικώς επιβλαβή ή ως προκαλούντα αδιακρίτως αποτελέσματα / Σύμβαση για τα απάνθρωπα όπλα
- AVBS / EVCS : υγιή έτη ζωής
- CSEO / NOEC : συγκέντρωση μη παρατηρούμενου αποτελέσματος (Preferred) / NOEC
Subscribe
0 Comments


