Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

saturé στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
saturé
λέγεται
σατυρέ
.
saturé
σημαίνει στα ελληνικά
κορεσμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • stade sec / stade non saturé : ξηρά φάση / ξηρό στάδιο
  • AGS / acide gras saturé : κεκορεσμένο λιπαρό οξύ
  • air saturé : κεκορεσμένος αέρας
  • sol saturé : κορεσμένο έδαφος
  • sol saturé : κορεσμένο έδαφος / κεκορεσμένο έδαφος(καθ.)
  • pied vitreux / pied saturé d'eau : στίπος κορεσμένος με νερό
  • voie saturée : κορεσμένη γραμμή
  • base saturée / saturation en cations métalliques : Κορεσμός σε ανταλλάξιμα κατιόντα
  • zone saturée / zone de saturation : ζώνη κορεσμού

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments