Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

saucisse στα ελληνικά
saucisse
λέγεται
σοσίς
.
saucisse
σημαίνει στα ελληνικά
λουκάνικο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- oeuf long / oeuf-saucisse : μακρύ αυγό
- saucisson sec / saucisse sèche : σαλάμι ξερό / λουκάνικο ξερό
- saucisse étuvée : λουκάνικα βραστά / λουκάνικα θερμικώς επεξεργασμένα
- saucisse à frire / saucisse à griller : λουκάνικο για ψήσιμο
- chair à saucisses : κρεατόμαζα αλλαντικών
- saucisse de foie : λουκάνικα ήπατος
- saucisse blanche : λουκάνικα λευκά
- saucisse hot dog : λουκάνικα χοτ ντογκ
- instabilité m = 0 / instabilité en saucisse : αστάθεια m = 0 / αστάθεια από διόγκωση
- saucisse cocktail : λουκάνικα κοκτέιλ
Subscribe
0 Comments


