Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sceller στα ελληνικά
sceller
λέγεται
σελέ
.
sceller
σημαίνει στα ελληνικά
σφραγίζω / επισφραγίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sceller : εγκλωβίζω
- boucher / sceller : στοιχείο στεγανοποίησης/επικάλυψη
- plomb / scellé : σφράγιση / μολυβδοσφραγίδα
- scellé : σφραγίδα ταχυδρομικής αποστολής
- SSHA / source scellée de haute activité : κλειστή πηγή υψηλής ραδιενέργειας
- joint soudé / joint scellé : θερμοσυγκολλημένη ραφή
- bac étanche / boîtier scellé : στεγανό δοχείο
- phare scellé / projecteur scellé : σφραγισμένος φανός / σφραγισμένος προβολέας
- unité scellée : τεμάχιο διπλής ή τριπλής υαλόφραξης
- scellé apposé : τιθέμενες σφραγίδες
Subscribe
0 Comments


