Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sclérose στα ελληνικά
sclérose
λέγεται
σκλερόζ
.
sclérose
σημαίνει στα ελληνικά
σκλήρωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- STB / épiloïa : οζώδης σκλήρυνση / νόσος του Bourneville
- SLA / maladie de Charcot : νόσος Charcot / νόσος Lou Gehrig
- SEP / sclérose multiple : σκλήρυνση κατά πλάκες
- SLP / sclérose latérale primaire : πρωτοπαθής πλάγια σκλήρυνση
- angio-sclérose : αγγειοσκλήρωνση
- artériolo-sclérose : αρτηριοσκλήρωσις / αρτηριοσκλήρυνσις
- sclérose de barrage : υπερτονική σκλήρυνση
- sclérose valvulaire : σκλήρυνση βαλβίδων
- sclérose de l'intima : σκλήρυνση του έσω χιτώνα των αγγείων
- sclérose lymphatique : λυμφατική σκλήρωση
Subscribe
0 Comments


