Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sculpteur στα ελληνικά
sculpteur
λέγεται
σκυλτέρ
.
sculpteur
σημαίνει στα ελληνικά
γλύπτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sculpteur / artiste sculpteur : γλύπτης
- ornemaniste / sculpteur sur bois : ξυλογλύπτης / σκαλιστής επίπλων
- sculpteur sur pierres : λιθοξόος με το χέρι
- sculpteur sur bois-ornemaniste : ξυλογλύφος και ξυλογλύπτης
Subscribe
0 Comments


