Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

sécheresse στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
sécheresse
λέγεται
σεσρές
.
sécheresse
σημαίνει στα ελληνικά
ξηρασία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • sécheresse : ξηρασία (ανομβρία)
  • sécheresse : ξηρασία
  • sécheresse : ξηρασία ή ανομβρία
  • sécheresse : Ξηρασία
  • xérophyte / tolérant la sécheresse : ξηρόφυτος
  • UNCCD / Convention des Nations unies sur la lutte contre la désertification : Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης στις χώρες εκείνες που αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία ή/και απερήμωση, ιδιαίτερα στην Αφρική
  • intensification / effet cumulatif de sécheresse : αθροιστικόν αποτέλεσμα ξηρασίας
  • IGADD / Autorité intergouvernementale sur la sécheresse et le développement : Διακυβερνητική αρχή για την ξηρασία και την ανάπτυξη
  • CILSS / Comité permanent inter-Etats de lutte contre la sécheresse dans le Sahel : CILSS / Μόνιμη διακρατική επιτροπή για την καταπολέμηση της ξηρασίας στο Σαχέλ
  • CILSS / Comité inter-états de lutte contre la sécheresse au Sahel : ΔΕΚΞ / Διακρατική Επιμελητεία για την Καταπολέμηση της Ξηρασίας στο Sahel

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments